Όπως είχα γράψει στο προηγούμενο post μου, στην τελευταία μου επίσκεψη στη Λευκάδα είχα φτάσει μέχρι το πάρκινγκ των Εγκρεμνών αλλά λόγω κούρασης δεν είχα κατέβει στην παραλία.
Το είχα λοιπόν "τάμα" και φέτος μου δόθηκε η ευκαιρία. Σηκώθηκα κάπως πιο νωρίς και τελικά βρέθηκα εκεί λίγο πριν τις
11:00 το πρωί. Η απόσταση από τον Άγιο Νικήτα δεν είναι ούτε
25 χλμ. αλλά φαίνονται πολύ περισσότερα από το στροφιλίκι που έχει ο δρόμος,
Τα καλά νέα: Ο δρόμος
ασφαλτοστρώθηκε πρόσφατα (η άσφαλτος φαίνεται ακόμα φρέσκια) εκτός από τα τελευταία
500 μέτρα που το οδόστρωμα συνεχίζει να είναι ένα μίγμα αλευρόσκονης με πέτρες. Το γιατί έμεινε αυτό το κομμάτι άστρωτο, είναι άγνωστο.
Το
πάρκινγκ ήταν εκεί και μας περίμενε, μόνο που τώρα το εισιτήριο ήταν ένα ευρώ παραπάνω από την προηγούμενη φορά. Με
4 € λοιπόν μπορείς να παρκάρεις όλη τη μέρα.
Καλό είναι να ξέρετε ότι το πάρκινγκ χωρίζεται σε δύο επίπεδα, Το ένα, που είναι και το μεγαλύτερο, είναι αυτό που θα συναντήσετε πρώτο στο τέλος του δρόμου. Το
δεύτερο επίπεδο βρίσκεται πιο κάτω (αφού διασχίσετε το πρώτο πάρκινγγκ) και αν υπάρχουν ακόμα θέσεις πάνω, καλό θα ήταν να δοκιμάσετε μήπως βρείτε θέση στο δεύτερο επίπεδο. Θα γλιτώσετε λίγο ποδαρόδρομο που για μερικούς θα είναι πολύ σημαντικό πράγμα όταν έχουν αφήσει ήδη πίσω τους 350 σκαλιά κατά την επιστροφή από την παραλία.
Την ώρα που έφτασα δεν είχε πλακώσει ακόμα το μεγάλο μπούγιο, έτσι βρήκα θέση στο πάρκινγκ που είναι πιο κοντά στα σκαλιά.
Αποβίβαση λοιπόν και παίρνω μόνο τα
απαραίτητα: Πετσέτες για την ξαπλώστρα, αντηλιακό, κάμερα και καπέλο για τον ήλιο. Γιατί ας μην ξεχνάμε ότι μετά την κάθοδο ακολουθεί η άνοδος και ποιος τα κουβαλάει!
Λίγο πριν αρχίσουμε την κατάβαση, υπάρχει καντίνα αλλά δεν υπάρχει λόγος να κουβαλάτε πράγματα γιατί καντίνα υπάρχει και στην παραλία.
Η κατάβαση είναι εύκολη. Σκαλιά μπόλικα αλλά πουθενά δεν υπάρχουν δύσβατα σημεία που να χρειάζονται ακροβατικές ικανότητες, μόνο λίγη προσοχή. Η διαδρομή αυτή την ώρα είναι πιο ευχάριστη γιατί υπάρχει ακόμα σκιά και η θέα σε κάθε στροφή των σκαλοπατιών προσφέρει το ένα κάδρο καλύτερο από το άλλο με το
φυσικό τοπίο και τα υπέροχα χρώματα της θάλασσας.
Τα τελευταία 50 σκαλιά είναι
ξύλινα γιατί λίγο πριν την παραλία το βουνό κόβεται "μαχαίρι" και ήταν αδύνατο να σκαφτούν, οπότε έγινε ειδική κατασκευή η οποία φαίνεται αρκετά σταθερή και δεν φοβίζει. Χρειάζεται μόνο λίγη προσοχή γιατί είναι κάπως απότομα. Σε αυτό το σημείο έχετε και την
καλύτερη θέα της παραλίας η οποία είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτήν του Καθίσματος αλλά με μικρότερο φάρδος.
Τα
χρώματα είναι καταπληκτικά. Αριστερά της σκάλας υπάρχει η
καντίνα και μπροστά της αρκετές
ξαπλώστρες και ομπρέλες για νοίκιασμα. Βέβαια εδώ πρέπει να σημειώσω ότι αν φτάσετε μετά τις 11:30 με 12:00, ίσως να μην υπάρχει καμία ελεύθερη. Από την άλλη όμως αν πάτε νωρίς και φύγετε πριν τις 12:00 μπορείτε να τη βγάλετε τσάμπα και να εκμεταλλευτείτε τη
φυσική σκιά των βράχων γιατί εκείνη την ώρα ο ήλιος κρύβεται πίσω από τις πλάτες της παραλίας που σχηματίζονται από το βουνό με τον απότομο γκρεμό στην άκρη του (εξ ου και η ονομασία).
Το σετ ξαπλώστρες -
ομπρέλα στοιχίζει
7.00 € και το φραπεδάκι κάπου στα 2.00 € έχει και κρύα σάντουιτς γύρω στα 2,50. Η
καντίνα ηλεκτροδοτείται κανονικά με καλώδια που κατεβαίνουν πάνω από το χώρο του πάρκινγκ οπότε υπάρχουν ψυγεία κτλ. μέχρι και
γρανίτα.
Συγκεκριμένα στην καντίνα πρέπει να σταθώ λίγο γιατί έχει κάποιες
ιδιαιτερότητες. Πρώτα πρώτα η ώρα είχε πάει
12:00 και οι ιδιοκτήτες μόλις είχαν έρθει και άρχισαν να ετοιμάζουν τα πράγματα για την εξυπηρέτηση του κόσμου. Οι δύο ιδιοκτήτες ( ; ) που έκαναν τις προετοιμασίες φαινόταν να κοιμούνται ακόμα όρθιοι, μου έδιναν την εντύπωση ότι είχαν ένα γερό ξενύχτι πίσω τους. (Καλά κάνουν τα παιδιά). Δεν ξέρω αν αυτό συμβαίνει κάθε μέρα αλλά μου δόθηκε αυτή η εντύπωση γιατί εκεί που περιμένεις να πάρεις το φραπεδάκι, βλέπεις την πινακίδα απέναντι που γράφει "
Στην ουρά και χαλαρά".

Η ουρά είχε ήδη φτάσει τα 10 άτομα αλλά δε φαινόταν να συγκινείται κανένας γι' αυτό. Η πινακίδα ισχύει στο έπακρο λοιπόν. Δίπλα, άλλη μία γράφει: "
Το στέκι των καραφλών"

(και οι δύο μπάρμαν - κάπου στα 30 - είναι καραφλοί ή τουλάχιστον είχαν ξυρισμένα κεφάλια).
Η
διακόσμηση της καντίνας είναι το κάτι άλλο: Γύρω γύρω υπάρχουν δεκάδες άδεια
μπουκάλια κρεμασμένα με σπάγκο. Η
τεκίλα πρέπει να έχει την τιμητική της εδώ γιατί αποτελούσε το 90% των φιαλών. Άραγε να λειτουργεί και το βράδυ; Είναι πιθανό γιατί πιο πέρα, προς τη δεξιά πλευρά της παραλίας υπήρχαν αρκετές μικρές
σκηνές ελεύθερων κατασκηνωτών οι οποίοι φαίνεται να διανυκτέρευαν εκεί. Αυτή θα είναι σίγουρα μια ξεχωριστή εμπειρία, δεν το συζητάω.

.
Να μην ξεχάσω βέβαια και τον μεγαλύτερο πότη της παραλίας, μια φιγούρα από κορμό και κλαδιά δέντρου που με την κατάλληλη διακόσμηση έγινε ένας τέλειος
Μεξικάνος, ο οποίος βρίσκεται σε μόνιμη διέγερση όπως βλέπετε και στην παρακάτω φωτογραφία.

Έτσι λοιπόν αν έχετε σκοπό να πάτε πολύ νωρίς, ίσως είναι προτιμότερο να έχετε προμηθευτεί νερό και φραπέ από πριν. Δεν ξέρω τι ώρα ανοίγει η πάνω καντίνα αλλά την ώρα που κατέβηκα (11:00) ήταν ήδη ανοιχτή. Η πιο "πολυφορεμένη" πινακίδα της παραλίας είναι αυτή που λέει: "
Τα σκουπίδια τα παίρνετε μαζί σας" ή "Στην κορυφή των σκαλοπατιών υπάρχει κάδος απορριμάτων". Η διαρκής υπενθύμιση έπιασε τόπο πάντως: η παραλία ήταν
πεντακάθαρη.
Τα νερά, καταπληκτικά για
κολύμπι. Το κύμα των προηγούμενων ημερών είχε κοπάσει και η θάλασσα ήταν χάρμα. Η παραλία αρχίζει από ψιλή
άμμο έξω - έξω και όσο πλησιάζεις στο νερό, τόσο χοντραίνει. Στο σημείο της εισόδου στο νερό υπάρχουν χοντρά
βότσαλα τα οποία ίσως δυσκολέψουν μερικούς αναγκάζοντάς τους στην γνωστή υποχρεωτική ζεϊμπεκιά.
Ακόμα και στην πιο καθαρή παραλία όμως τυχαίνει μερικές φορές η θάλασσα να φέρει κάποιες
βρομιές από τα ανοιχτά. Οι γνώστες λένε ότι τα καράβια από Πάτρα για Ιταλία είναι υπεύθυνα γι' αυτό, τα οποία αδειάζουν τα λύματά τους στο ανοιχτό πέλαγος. Δυστυχώς το φαινόμενο είναι όλο και πιο συχνό τελευταία στις παραλίες του Ιονίου. Κάποια στιγμή θα πρέπει να μπει φρένο σε αυτήν την ανεξέλεγκτη συμπεριφορά.
Σε μια τέτοια περίπτωση κάθεσαι και περιμένεις καρτερικά να ξεβραστούν οι βρόμικες φυσαλίδες στην ακτή ή να παρασυρθούν πιο νότια. Αυτό κάποιες φορές μπορεί να πάρει και δύο ώρες. Είχα την ατυχία να πέσω σε τέτοια περίπτωση αλλά ευτυχώς καθάρισε γρήγορα και έτσι μπορέσαμε να απολαύσουμε το κολύμπι.
Είχα σκεφτεί στην αρχή να πάω στους Εγκρεμνούς
με καράβι αλλά μετά θυμήθηκα την ανάλογη απόπειρα στη
Ζάκυνθο και προτίμησα να πάω οδικώς. Από ό,τι αποδείχτηκε έπραξα σωστά γιατί μετά από καμιά ώρα κατέφθασαν δυο - τρία καράβια από το Νυδρί τα οποία πήγαν και άραξαν στο πιο νότιο άκρο της παραλίας. Νομίζω ότι το σημείο εκείνο παρουσιάζει και το μικρότερο ενδιαφέρον. Από την άλλη θα έχανα όλη αυτή την υπέροχη θέα που είχα κατεβαίνοντας τα 350 σκαλιά της απότομης πλαγιάς.
Μετά από 3 ώρες παραμονής περίπου, πήραμε το
δρόμο της επιστροφής. Το ψάθινο καουμπόι - στιλ καπελάκι από τον Κινέζο (3 €) αποδείχτηκε καλή επιλογή. Στάση με σκιά, αυτή την ώρα, υπήρχε μόνο μία. Άλλες δύο πολύ σύντομες στάσεις έγιναν στον ήλιο. Τελικά δεν ήταν και τόσο δύσκολη υπόθεση το ανέβασμα.
Ανεβαίνοντας έριξα μια τελευταία ματιά στην παραλία και είδα ότι από άποψη κόσμου δεν έμοιαζε καθόλου με την πρωινή εικόνα. Η παραλία είχε αρκετό κόσμο τώρα πια και συνέχιζαν ακόμα να κατεβαίνουν. Αναρωτήθηκα πού πάρκαρε όλος αυτός ο κόσμος τα αυτοκίνητά του.

Φτάνοντας στην κορυφή, σταματήσαμε στην καντίνα για ένα αναψυκτικό. Μη περιμένετε να βρείτε οτιδήποτε κάτω από 2 €.

Υπάρχουν τραπεζάκια και καρέκλες και η θέα στο πέλαγο βέβαια. ΟΚ, ας μην γκρινιάζουμε, τουριστικό μέρος είναι, τι να περιμένεις;
Επιβίβαση λοιπόν για επιστροφή στους Τσουκαλάδες όπου ήταν το ορμητήριό μας. Το κάτω
πάρκινγκ ήταν ήδη ασφυκτικά γεμάτο. Το ίδιο και το πάνω. Αλλά αυτά τα δύο δεν έφταναν να φιλοξενήσουν όλο τον κόσμο που βρισκόταν στην παραλία. Οι υπόλοιποι λοιπόν
είχαν παρκάρει όπου βρήκαν. Όλο το τελευταίο μισό χιλιόμετρο του χωματόδρομου ήταν γεμάτο παρκαρισμένα αυτοκίνητα, όπου ήταν δυνατόν και από τις δύο πλευρές. Πάλι το πρόβλημα της διασταύρωσης δύο αντίθετα κινούμενων οχημάτων ήταν έντονο και δημιουργούσε
μποτιλιαρίσματα κάθε λίγο και λιγάκι.
Σταθμευμένα αυτοκίνητα υπήρχαν ακόμα και στο ασφάλτινο κομμάτι.

Είμαι σίγουρος ότι αυτοί που πάρκαραν τόσο μακριά θα βρίζουν ακόμα την ώρα και τη στιγμή που αποφάσισαν να επισκεφτούν τους Εγκρεμνούς. Σκεφτείτε ότι έχουν να ανέβουν 350 σκαλοπάτια και μετά να διανύσουν μια ανηφορική διαδρομή που, για τους τελευταίους, πλησιάζει το χιλιόμετρο, μέσα στη σκόνη και με τον ήλιο να βαράει κατακούτελα.
Ούτε που να το σκεφτείς!

Αν δείτε τέτοιο κομφούζιο, αφήστε το για άλλη φορά. Οι Εγκρεμνοί εκεί θα βρίσκονται, δεν πρόκειται να φύγουν και θα ήταν κρίμα να φύγετε με τις χειρότερες εντυπώσεις από μια τόσο όμορφη παραλία.

Παρά τις όποιες δυσκολίες πάντως, είναι μια παραλία που πρέπει κάποια στιγμή
να επισκεφθεί κανείς οπωσδήποτε. Αν δεν είναι Αύγουστος, η ταλαιπωρία θα είναι μηδαμινή. Επίσης θα σύστηνα περισσότερο τις πιο δροσερές,
πρωινές ώρες παρά τις απογευματινές πού όλα είναι πιο ζεστά.
